16/1/26

Η μόνη που απέμεινε - Riley Sager

Riley Sager

Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο μυστηρίου που να μου αρέσει τόσο πολύ. Αρχικά, μου άρεσε η ατμόσφαιρα που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας. Ο χώρος που κινούνται οι πρωταγωνιστές είναι ένα τριώροφο αρχοντικό σπίτι χτισμένο στην άκρη ενός γκρεμού πάνω από τη θάλασσα. Σκοτεινοί διάδρομοι, ήχοι από τη θάλασσα και τον αέρα αλλά και άλλοι, απροσδιόριστης προέλευσης, παλιά έπιπλα γεμάτα σκόνη και καλυμμένα πορτρέτα. Δωμάτια άλλοτε μεγαλόπρεπα αλλά σήμερα πια παρατημένα και ένα σπίτι που όταν χτίστηκε ήταν φαντασμαγορικό και τώρα σταδιακά καταρρέει. 

Υπάρχει όλο το προσωπικό που θα περιμέναμε να συναντήσουμε σε ένα τέτοιο σκηνικό: ο κηπουρός, ο μάγειρας, η καθαρίστρια και η οικονόμος η οποία είναι ακριβώς όπως ταιριάζει-  απεριόριστα στριφνή. Και φυσικά οι δύο γυναίκες πρωταγωνίστριες: Η Λενόρα, κόρη του νεκρού ιδιοκτήτη, στα εβδομήντα της πια και παράλυτη σχεδόν ολοκληρωτικά. Και η Κιτ, κάτοικος της περιοχής που δουλειά της είναι να φροντίζει τη Λενόρα. 

Η ιστορία όπως την έστησε ο συγγραφέας είναι πειστική. Εξηγεί και αναλύει το καθετί οπότε στο τέλος δεν είχα απορίες, απάντησε προκαταβολικά μέσα από την ιστορία στις ενστάσεις μου. Έχει και αρκετές ανατροπές στην πλοκή τις οποίες δεν προέβλεψα, με έπιασε απροετοίμαστη και τις χάρηκα. Μέχρι πολύ αργά στο βιβλίο αμφιταλαντευόμουν αν ήταν η δεν ήταν η Λενόρα αυτή που σκότωσε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, οπότε μπράβο του για το στήσιμο και επειδή κατόρθωσε να με κρατήσει μπερδεμένη μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Το βιβλίο είναι ωραίο και ατμοσφαιρικό, διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, αξίζει στ' αλήθεια να το διαβάσετε. 

Βαθμολογία 8/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Μπορεί τώρα οι φόνοι της οικογένειας Χόουπ να είναι ένα τραγούδι που ακούγεται στα σχολικά προαύλια – όταν όμως συνέβησαν, μια αιματοβαμμένη νύχτα του 1929, συγκλόνισαν την ακτή του Μέιν. Αν και οι περισσότεροι υποθέτουν ότι πίσω από τους φόνους κρυβόταν η δεκαεφτάχρονη Λενόρα, η αστυνομία δεν κατάφερε ποτέ να το αποδείξει. Η Λενόρα αρνήθηκε την ενοχή.

Τώρα βρισκόμαστε στο 1983, και η Κιτ ΜακΝτίρι καταφτάνει στο μαραζωμένο Χόουπς Εντ για να αναλάβει τη φροντίδα της Λενόρας, που καθηλωμένη σε αμαξίδιο δεν μπορεί πια να μιλήσει και ο μόνος τρόπος επικοινωνίας της με την Κιτ είναι μια παλιά γραφομηχανή. Μια νύχτα, η Λενόρα χρησιμοποιεί τη γραφομηχανή για να κάνει μια δελεαστική πρόταση: να πει στην Κιτ τα πάντα.

Καθώς η Κιτ βοηθάει τη Λενόρα να γράψει τα γεγονότα που οδήγησαν στο μακελειό, αποκαλύπτεται ότι πολλά πράγματα έχουν μείνει κρυφά. Σιγά σιγά η Κιτ αρχίζει να υποψιάζεται ότι η Λενόρα μπορεί να μη λέει όλη την αλήθεια – και ότι η φαινομενικά άκακη γυναίκα την οποία φροντίζει ίσως να είναι πολύ πιο επικίνδυνη απ’ όσο νόμιζε στην αρχή.

23/12/25

Χάλκινα κατώφλια - Ισίδωρος Ζουργός

Ισίδωρος Ζουργός

Αγαπημένο θέμα τα μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στα Αρχαία χρόνια στην Ελλάδα ή και αλλού, πόσο μάλλον όταν έχουν την εγγύηση γραφής ενός ταλαντούχου συγγραφέα όπως ο Ζουργός. Στα "Χάλκινα κατώφλια" ο συγγραφέας εμπνέεται από τα Ομηρικά Έπη όμως δεν επιχειρεί να ξαναγράψει με τον δικό του τρόπο την Ιλιάδα και την Οδύσσεια- δεν είναι δηλαδή retelling (για να χρησιμοποιήσω τον όρο που έχει επικρατήσει). Ο Λύκαστος (ο πρωταγωνιστής) είναι παρών στον πόλεμο της Τροίας αλλά μακριά από το πεδίο της μάχης και κατά το ταξίδι της επιστροφής είναι δούλος και σύντροφος του Οδυσσέα. 

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που διάβαζα την Ιλιάδα, αλλά νομίζω ότι τα βασικά γεγονότα της περιγράφονται όλα. Ο αφηγητής είναι δούλος στο στρατόπεδο των Αχαιών και προφανώς η ζωή του διαφέρει από των πολεμιστών. Όσα συμβαίνουν στο πεδίο της μάχης φτάνουν ως τα αφτιά του όμως η δική του καθημερινότητα (ως δούλου του Οδυσσέα) απέχει απ' όσα μας εξιστορεί ο Όμηρος. Στο δε ταξίδι της επιστροφής από την Τροία, εντόπισα κάποια κοινά σημεία με την Οδύσσεια αλλά γενικά η ιστορία διαφοροποιείται αρκετά. Γενικά, νομίζω ότι ο Όμηρος λειτούργησε απλά ως υπόβαθρο για να γράψει ο συγγραφέας την ιστορία του τοποθετημένη σε χρόνια για τα οποία μας είναι γνωστά αρκετά γεγονότα και πρόσωπα. 

Μου άρεσε πάρα πολύ το μυθιστόρημα. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα απορροφήθηκα, ήθελα να δω τι θα γίνει στη συνέχεια. Σίγουρα ο πόλεμος ιδωμένος από την μεριά του δούλου παρουσιάζει το δικό του ενδιαφέρον. Μας περιγράφει πολλά στοιχεία της καθημερινότητας και του τρόπου που ζούσαν οι Έλληνες (Αχαιοί στο βιβλίο) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, είναι πολύ ιδιαίτερος ο τρόπος που φαντάστηκε τις συνθήκες ο συγγραφέας. Και το ταξίδι του Οδυσσέα μέχρι το τέλος είναι πολύ ενδιαφέρον, τόσο τις στιγμές που περιγράφει όσα γνωρίζουμε από την Οδύσσεια όσο και τις υπόλοιπες που δημιουργήθηκαν από τη φαντασία του συγγραφέα. 

Ο Λύκαστος είναι ένας ιδιαίτερος πρωταγωνιστής, του οποίου την πολυτάραχη ζωή παρακολουθούμε για πολλά χρόνια. Κατάφερε να προσαρμοστεί σε όλες τις καμπές της ζωής του και μέσα από τις διηγήσεις του είδαμε την άσχημη ανθρώπινη πλευρά των Ελλήνων βασιλιάδων. Δεν τους παρουσιάζει σαν ήρωες αλλά σαν απλούς ανθρώπους και σαν ηγεμόνες που έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για την τύχη απλών ανθρώπων, ακόμη και αν αυτή η απόφαση οδηγήσει στο θάνατό τους. 

Μέσα στη διήγηση υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη ζωή στην Αρχαία Ελλάδα και τις γύρω περιοχές. Μας περιγράφει τις μετακινήσεις και τις δυσκολίες τους σε θάλασσα και στεριά, τα έθιμα και τους Θεούς που πιστεύουν σε διάφορες περιοχές. Μιλά για τους  ανθρώπους που αναγκάζονται να συμβιώσουν και να συνεργαστούν και  πάνω απ' όλα μιλά για έντονα συναισθήματα και αποφάσεις που λαμβάνονται και μπορούν να αλλάξουν την προβλεπόμενη ροή της ιστορίας. 

Είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, γραμμένο με όμορφο τρόπο, μια ιστορία πλήρης που με μετέφερε στην αρχαία Ελλάδα. Το οπισθόφυλλο (το οποίο όταν διάβασα μου φάνηκε ελαφρώς δυσνόητο) δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο γραφής της ιστορίας, όλο το βιβλίο είναι γραμμένο απολαυστικά και απλά, σε άψογα και πολύ φροντισμένα ελληνικά. Χάρηκα ειλικρινά κάθε κεφάλαιο που περνούσε από τα μάτια μου. 

Βαθμολογία: 10/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Τα «Χάλκινα κατώφλια» είναι μια αφηγηματική ακροβασία, ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου. Εκεί, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του, παρακολουθούμε σε ιδιωτική προβολή τον πόλεμο της Τροίας και την επιστροφή του Οδυσσέα ιστορημένα αλλιώς. Οι βασιλιάδες είναι γυμνοί από το ηρωικό ιδεώδες, οι δούλοι και οι δούλες έχουν φωνή και μάτια, ερμηνεύουν και αναδομούν τον κόσμο της ισχύος και της θεϊκής καταγωγής.

Το μυθιστόρημα είναι η αρχή ενός ακόμη μύθου δίπλα στον κυρίαρχο μύθο. Eξιστορεί τι θα μπορούσε να συμβεί, εάν ένα πρόσωπο, επινοημένο από τον συγγραφέα, παρεισέφρεε στο στρατόπεδο των Αχαιών και με τη σταδιακή επιρροή του άλλαζε τη μοίρα του πολέμου και την πορεία του γυρισμού στην Ιθάκη.

Τα «Χάλκινα κατώφλια» μιλούν για τη γειτνίαση των πολιτισμών, για το χάσμα ανάμεσα στους απόκληρους και την κοσμική και θεϊκή εξουσία, για τη σχέση δούλου και αφέντη, όταν αυτή χάνει τους αρμούς της. Είναι μια φανταστική αφήγηση για τα φουσκωμένα πανιά και τους ανοιχτούς ορίζοντες, για την ιαματική παρουσία της γυναίκας σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από αίμα και χαλκό. Είναι μια καταγγελτική απεικόνιση της κτηνωδίας του πολέμου, ένα σχόλιο για τις τραγικές ορίζουσες της ανθρώπινης μοίρας, αλλά ενίοτε κι ένα μυθιστόρημα φάρσα, αφού οι εξουσίες, συχνά ανοχύρωτες, έλκουν ρινίσματα παρωδίας και σάτιρας.

19/12/25

Γκιακ - Δημοσθένης Παπαμάρκος

Δημοσθένης Παπαμάρκος

Πριν λίγα χρόνια το "Γκιακ" είχε κάνει πάταγο στις βιβλιοφιλικές ομάδες, το συναντούσα όλη την ώρα μπροστά μου και πάντα μα πάντα μόνο με εκθειαστικά σχόλια. Την έχω πατήσει πολλές φορές με βιβλία Ελλήνων (κυρίως) συγγραφέων που εκθειάζονται με τέτοιο απόλυτο τρόπο, οπότε είχα πει δεν θα το διαβάσω. Έλα όμως που απ' τη μια μιλούσαν γι' αυτό και άτομα που ταιριάζουν τα αναγνωστικά μας γούστα και από την άλλη μου άρεσε το εξώφυλλο (ναι, είμαι τόσο πεζός άνθρωπος, θύμα του μάρκετινγκ κτλ). 

Το πήρα. Το άφησα να κάθεται στη βιβλιοθήκη αρκετό καιρό και το διάβασα τώρα, σχεδόν όλο μαζί σε ένα βράδυ.  Άφησα το τελευταίο διήγημα να μου κάνει παρέα στον πρωινό καφέ. Είναι από τις φορές που η άποψη των πολλών ταυτίζεται με τη δική μου. Το βιβλίο είναι πολύ καλό. Όλες οι ιστορίες είναι καλές, σίγουρα ξεχωρίζω την "παραλογή" για τον τρόπο που είναι γραμμένη, για την ιστορία που λέει και τις ζωντανές εικόνες της. Έμεινε στο μυαλό μου. Και η πρώτη ιστορία μου άρεσε πολύ, δημιουργεί έντονο συναίσθημα. Βασικά όλες είναι ωραίες, απλά για εμένα ξεχωρίζουν αυτές οι δύο. 

Μπράβο στον συγγραφέα που κατάφερε και χρησιμοποίησε το (αρβανίτικο νομίζω) γλωσσικό ιδίωμα. Οι τοπικές διάλεκτοι είναι κάτι που πια έχει χαθεί, οπότε μπράβο σε όσους τις χρησιμοποιούν στα βιβλία τους, είναι ο μόνος τρόπος να μείνουν καταγεγραμμένες στην μνήμη του λαού μας. Και μη διστάσετε, δεν είναι δυσνόητο το κείμενο και δεν θα σας ζορίσει, θα καταλάβετε τα πάντα. 

Αν σκοπεύετε να πάρετε μια συλλογή διηγημάτων βάλτε την στις υποψήφιες, πιστεύω θα σας αρέσει. Απλά να ξέρετε ότι οι ιστορίες είναι ανόμοιες σε μέγεθος και ότι όλο το βιβλίο διαβάζεται πολύ γρήγορα. 

Βαθμολογία: 10/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου

«Γιατί καθαρός δεν είν’ κανένας, μοναχά ο άπραγος».

«Γκιακ» θα πει αίμα, δεσμός συγγένειας, φόνος για λόγους εκδίκησης, φυλή. Οι ήρωες στα διηγήματα του Παπαμάρκου, στρατιώτες που πολέμησαν στα άγρια πεδία των μαχών στη Μικρά Ασία, επιστρέφουν οριστικά αλλαγμένοι στον τόπο τους στη Λοκρίδα. Καθορισμένοι από ό,τι οφείλουν να κάνουν για την τιμή της κοινότητας, σύμφωνα με τον βαρύ νόμο του αίματος στο αυστηρό εθιμικό δίκαιο της κλειστής κοινωνίας τους, γίνονται θύτες και είναι ταυτοχρόνως θύματα. Αποσιωπημένα εγκλήματα και τραύματα, καταστροφή και αφανισμός, βιασμοί και δολοφονίες, στοιχειά και δαίμονες, ηθικές δοκιμασίες – ιστορίες ανομολόγητων πράξεων, στην προφορική γλώσσα του ρουμελιώτικου ιδιώματος, που εντέλει οδηγούν, έστω βίαια, τους ήρωες σε σύγκρουση με την κοινότητά τους και στην αναθεώρηση της ταυτότητάς τους.

«Αυτό πάει να πει να ’σαι σιβιλάιζντ. Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι».