Την άνοιξη του 1947, ενώ η Ελλάδα σπαράσσεται από τον Εμφύλιο, ο Νίκος Καζαντζάκης θέτει από κοινού υποψηφιότητα με τον Άγγελο Σικελιανό για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Η υποψηφιότητά του συσπειρώνει το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, που βλέπει στο πρόσωπο του Κρητικού συγγραφέα έναν από τους μεγαλύτερούς του εχθρούς. Εναντίον του επιστρατεύονται όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, προκειμένου να αποφευχθεί η βράβευσή του. Από την άλλη, ο Καζαντζάκης προσπαθεί μόνος του για μια δεκαετία να κατακτήσει το Νόμπελ, αντιμετωπίζοντας θεούς και δαίμονες.
Προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία και έγγραφα-ντοκουμέντα συνθέτουν ένα πολύχρωμο παζλ, που θα μπορούσε να αποτελεί ένα ευφάνταστο μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι παρά η ιστορική αλήθεια. Στο βιβλίο αυτό συναντάμε προσωπικότητες όπως ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Ρίτσος, αλλά και διάσημους νομπελίστες όπως ο Έσσε, ο Ζιντ, ο Έλιοτ, ο Χέμινγουεϊ και ο Καμύ. Πάνω απ’ όλα, όμως, γινόμαστε μάρτυρες της οδύσσειας του πνευματικού και πολιτικού κόσμου της Ελλάδας στον 20ό αιώνα, που διήλθε μέσα από τις συμπληγάδες των αντιθέσεων και διαμόρφωσε τις συνθήκες των ημερών μας.
Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Έκανε σύντομες καλοκαιρινές δουλειές στα νησιά και πιο μόνιμες αθηναϊκές. Μετά την επιστροφή του από τη Σαντορίνη, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια, εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ παράλληλα ήταν σύμβουλος σε εκπομπή βιβλίου στην κρατική τηλεόραση. Δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1986 τη συλλογή διηγημάτων "Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει". Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα" (1987), "Το τραγούδι των τροπικών" (1988), "Το παλιό δέρμα του φιδιού" (1992), "Τα κατά Αιγαίον πάθη" (1994), "Ποτέ τον ίδιο δρόμο" (1999), "Ο πειρατής" (2003), "Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του" (2004), "Ο αριθμός του Θεού" (2008). Ακόμα έχει εκδώσει τις νουβέλες "Και πρόσεχε να μην πετρώσεις" (1996), "Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα" (2002), τη συλλογή διηγημάτων "Όλες οι μέρες Κυριακή" (2000), τη συλλογή μικρών κειμένων "Τα σιγκλάκια" (2010) και το παραμύθι "Η πολύχρωμη σβούρα" (2013). Εξακολουθεί να εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και είναι μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τώρα αυτό το βιβλίο, τί ακριβώς ήταν, δεν έχω ακόμα καταλάβει, αλλά ξέρω πως ήταν πάρα πολύ καλό. Ειδικά όσοι ενδιαφέρονται για την σύγχρονη ελληνική και παγκόσμια ιστορία, και ειδικά την ιστορία της λογοτεχνίας θα το βρουν χρήσιμο και απολαυστικό. Χρήσιμο γιατί ο ολιστικός τρόπος που προσεγγίζει τα γεγονότα πετυχαίνει να σκιαγραφήσει ολάκερο τον περασμένο αιώνα (και τί αιώνας ήταν αυτός!) και απολαυστικό γιατί συχνά η μυθιστορηματική αφήγηση που χρησιμοποιεί ζωντανεύει τα γεγονότα και πετυχαίνει να αποδώσει το πνεύμα του παρελθόντος.
Ο Αρκουδέας κάνει κάτι πολύ ιδιαίτερο, που θέλει ταλέντο έμπειρου αφηγητή για να βγει επιτυχημένο. Κάνει πολλές παρεκβάσεις από το θέμα του, ανοίγει πολλές παρενθέσεις και περνάει από την μια ιστορία στην άλλη, και στο τέλος, όταν επιστρέφει στο κυρίως θέμα, έχει διαγράψει έναν τέλειο κύκλο κι έχει κατορθώσει να καλύψει έναν τεράστιο όγκο ύλης χωρίς να γίνει κουραστικός. Αυτό φαινομενικά είναι απλό αλλά θέλει μεγάλη μαεστρία για να βει επιτυχημένο.
Φαίνεται πως αυτός ο άνθρωπος συγκέντρωνε επί χρόνια υλικό κι όλον αυτόν τον καιρό το έπλαθε μέσα στο μυαλό του. Δεν είναι σαν πολλές ακαδημαϊκές εργασίες, που σε μπουκώνουν με πληροφορίες και λεπτομέρειες ανούσιες, μόνο και μόνο για να γεμίσουν τις σελίδες με αστερίσκους και παραπομπές, και ορισμένως, βάζει στην άκρη την επιστημονική ακρίβεια για να πει ευθαρσώς και φωναχτά όσα οι άλλοι ψιθυρίζουν πίσω από κλειστές πόρτες.
Στο πρώτο μέρος ξεκινάει με μια αναφορά στον Άλφρεντ Νόμπελ και στον ομώνυμο θεσμό των βραβείων και συνεχίζει κάνοντας το πορτραίτο μεγάλων Ελλήνων ποιητών, όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, κι ο Ρίτσος, εξηγεί τις πολιτικές και ενδοκαλλιτεχνικές αιτίες που οδήγησαν τους δύο πρώτους στην κατάκτηση του βραβείου σε αντίθεση με τους υπόλοιπους.
Στο δεύτερο μέρος αναφέρεται στον παρασκηνιακό ρόλο που έπαιξε ο Σπύρος Μελάς στο να αποτρέψει την σουηδική ακαδημία να απονείμει το νόμπελ στον Καζαντζάκη και στην φιλία του Καζαντζάκη με τον Άγγελο Σικελιανό, η οποία πέρασε από διάφορες φάσεις και γνώρισε καλές και κακές στιγμές. Αλλόκοτοι άνθρωποι, αυτοί οι καλλιτέχνες, μεγάλοι, παρά τις μικρότητές τους, είχαν έναν ιδιαίτερο τρόπο να βλέπουν τον κόσμο και να λογαριάζουν τα πράγματα. Για παράδειγμα, όταν ο Σικελιανός πήγε να επισκεφτεί τον Καζαντζάκη στην Μάνη, στα 1917, σε ένα ορυχείο λιγνίτη που είχε αναλάβει ο Καζαντζάκης με βοηθό τον Ζορμπά, ο Σικελιανός είχε μια παράξενη επιθυμία:
«Ενθουσιασμένος με όσα έβλεπε, ο Σικελιανός ζήτησε από τους μαραγκούς του μεταλλείου να του φτιάξουν ένα κρεβάτι, τα μπροστινά πόδια του οποίου ήθελε να μπαίνουν στο νερό και τα πισινά να ακουμπούν στην άμμο. Σαν καράβι που ’ξόκειλε. Εκεί ξάπλωνε τα βράδια και, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, συζητούσε με τον Καζαντζάκη επί παντός του επιστητού. Όταν η ώρα περνούσε, ο Καζαντζάκης επέστρεφε στην παράγκα του, στην άκρη του μικρού κόρφου, αφήνοντας τον Σικελιανό να κοιμάται χορτασμένος εντυπώσεις.
«Κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι», έλεγε ο Ζορμπάς κάθε φορά που τους έβλεπε» (σελ 176).
Στο επόμενο μέρος ασχολείται με τις αντιδράσεις της εκκλησίας απέναντι στο έργο και στο πρόσωπο του Καζαντζάκη, τόσο θλιβερές όσο θλιβερός είναι και ο συντηρητισμός της κοινωνίας της εποχής και οι πολιτικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις που οδήγησαν στιν δίκη μετά την επίσκεψη του Παναΐτ Ιστράτι στην Αθήνα. Πόσες άχρηστες διώξεις και τί ανούσιες έριδες. Μετά καταπιάνεται – κάπως άκομψα ομολογουμένως (αλλά πώς αλλιώς θα καταπιαστείς με τέτοια θέματα) με την σεξουαλικότητα του Καζαντζάκη και το περιεχόμενο των «βιογραφιών» που γράφτηκαν για τον Καζαντζάκη, με αποκορύφωμα τα όσα γράφει η πρώην γυναίκα του, Γαλάτεια, στο «Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι».
Η άποψή μου για τη γυναίκα αυτή είναι η εξής: Υπάρχουν άνθρωποι που όταν κάτι τους φταίει, αντί να το φτιάξουν, κατηγορούν τους άλλους και τους καταλογίζουν τα λάθη που και οι ίδιοι έχουν κάνει. Από τέτοιους ανθρώπους πάντα μένω μακριά, γιατί δεν τους αντέχω κι ούτε κι αυτοί αντέχουν τον εαυτό τους, εδώ που τα λέμε. Κλείνοντας, αν ισχύουν τα όσα αναφέρει ο Αρκουδέας, δεν πιστεύω πως ο Καζαντζάκης είχε ψυχολογική ή σωματική δυσλειτουργία που τον εμπόδιζε να έχει σεξουαλικές επαφές, απλά – όπως πολλοί άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη – ήταν ασεξουαλικός. Και γι’ αυτό ταίριαξε και με την Ελένη, τη δεύτερη σύζυγό του.
Στο επόμενο μέρος καταπιάνεται με το θέμα των ισορροπιών και την διατάραξή τους, από τις γεωπολιτικές ισορροπίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως τις προσωπικές ισορροπίες του Καζαντζάκη στον γάμο του με την Γαλάτεια και την ανυπόφορη κοινή ζωή τους.
Στο τέλος κλείνει με μια εκτενή αναφορά στα ταξίδια του Καζαντζάκη μέχρι το στερνό ταξίδι, και τα όσα φριχτά έγιναν κατά την κηδεία του στην Κρήτη. Τί κακός τόπος είναι αυτός που ζούμε, όταν αφηνόμαστε να μας κυβερνάει το μίσος. Δεν είναι θέμα πίστης και θρησκείας. Είναι κάτι άλλο. Μια αρρώστια που δεν αφορά μόνο τους Έλληνες αλλά όλον τον κόσμο:
«Ευχόμεθα να παραμείνει ο νεκρός «άλιωτος και τυμπανιαίος», μέλη ορθοδόξων κύκλων έστειλαν τηλεγραφήματα στον μητροπολίτη Κρήτης και στην ιεραρχία της Εκκλησίας ζητώντας τους να αρνηθούν τα ιερά μυστήρια στον «κατ’ εξακολούθησιν υβριστή και διαφθορέαν». Ζητούσαν επίσης να μην επιτραπεί η είσοδός του στα νεκροταφεία της Κρήτης.»
Κι όπως αναφέρει –ανάμεσα σε άλλους – κι ο Αρκουδέας, αν πιάνανε οι αφορισμοί, ας ρίχνανε κι έναν στις σόλες των παπουτσιών μας, να μην χαλάνε και χρειάζονται άλλαγμα κάθε τόσο... Τόση κακία... Και πολύ φοβάμαι πως οι περισσότεροι από αυτούς δεν τα διάβασαν τα έργα του Καζαντζάκη. Πιστεύω πως όλα ήταν θέμα μια μαζικής υστερίας, και πως όλοι εκείνοι έψαχναν ένα εξιλαστήριο θύμα να ξεσπάσουν τα συμπλέγματά τους. Τί να πω;...
Όλα όσα αναφέρω στην κριτική μου, είναι – κι ας ακούγεται υπερβολικό ίσως – το ένα δέκατο από όσα αναφέρονται στις 567 σελίδες του βιβλίου. Γιατί με τις παρενθέσεις του, ο Αρκουδέας, καταφέρνει να μιλήσει για κάμποσούς άλλους νομπελίστες, παραθέτοντας τα βιογραφικά τους, για πολλά ιστορικά γεγονότα που διαμόρφωσαν τον 20ο αιώνα, και δίνει λεπτομέρειες από την ζωή του Καζαντζάκη καθώς και μια συνοπτική ανάλυση των έργων του. Το ευχαριστήθηκα αυτό το βιβλίο, ήταν μια όαση δροσιάς μέσα στον καύσωνα και με δυσκολία το άφηνα το βράδυ για να πέσω να ξεραθώ, να πάω στη δουλειά την επομένη.
Με την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο του βιβλίου νομίζει κανείς ότι πρόκειται για βιβλίο αφιερωμένο στον Καζαντζάκη και έτσι είναι...δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι ιδανικό ανάγνωσμα για τους λάτρεις όχι μόνο των Νομπελιστών συγγραφέων(συμπεριλαμβανομένων και αυτών που πότε δεν κατάφεραν να το πάρουν), μα της Λογοτεχνίας γενικότερα και της δικής μας της εγχώριας ειδικότερα, μιας και ο Κώστας Αρκουδέας μας δίνει την ευκαιρία να ρίξουμε μια ενδελεχή ματιά στην πνευματική ζωή του τόπου μας. Κατορθώνει να χωρέσει σε ένα βιβλίο 550 περίπου σελίδων έναν απίστευτα μεγάλο θησαυρό γνώσεων για τους πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας και όχι μόνο-πιάνει επίσης το παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα-με τρόπο που σε τίποτα δεν κουράζει τον αναγνώστη ούτε λεπτό και χωρίς καθόλου να θυμίζει στείρα παράθεση ξερών γνώσεων. Του αξίζουν πολλά συγχαρητήρια, ιδίως από εμάς τους νέους αναγνώστες που λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή όλων αυτών που τα έργα τους διαβάζουμε.
Στην πραγματικότητα το διάβασα δύο φορές. Σε περισσότερο από το μισό βιβλίο γύριζα πίσω, ξαναδιάβασα και σημείωνα.
Δεν είναι μυθιστόρημα, είναι ιστορία. Αναφορές σε όσους έχουν πάρει Νόμπελ λογοτεχνίας, και στους νεοέλληνες λογοτέχνες από τη "γενιά του '30" και μετά - θέμα που αγαπώ Ενδιαφέρουσα γραφή, αποσπάσματα, ιστορίες. Πολύ καλή δουλειά.
Είναι ένα από τα βιβλία που χαίρομαι που πέρασε από τα χέρια μου. Το μόνο που γνώριζα πριν το ξεκινήσω ήταν ότι ο Καζαντζάκης και ο Σικελιανός δεν κατάφεραν να αποκτήσουν το βραβείο Νόμπελ. Υπάρχουν τόσες πληροφορίες σε αυτό το βιβλίο, που ξαναδιάβαζα κάποια σημεία που ήθελα να θυμάμαι. Έμεινα έκπληκτη που τόσοι γνωστοί συγγραφείς ήταν προτεινόμενοι για το βραβείο όμως στο τέλος κάποιοι άλλοι αποκτούσαν το πολυπόθητο βραβείο. Ένα μεγάλο μέρος του είναι αφιερωμένο στον Καζαντζακη. Θα ήθελα να το ξαναδιαβάσω στο μέλλον. Υπάρχουν πολλές πληροφορίες για πολλούς διανοούμενους που δεν μας είναι γνωστές. Πρέπει να το διαβάσετε. Ένα Μεγάλο 5 από μένα.
Αυτό το βιβλίο είναι η χαρά του φιλόλογου, του ιστορικού, του βιβλιοθηκονόμου, του συγγραφέα. Τόσες πληροφορίες κι όμως κυλάει σαν νερό. Πέντε πολύ φωτεινά αστέρια.
(Το Νόμπελ σε κάποιον ελάσσονα) είναι σαν να επιβραβεύεις τον φυσιοδίφη που φτάνει σε μια νέα ήπειρο για να ανακαλύψει σπάνια είδη φυτών, και να παραλείπεις τον εξερευνητή που ανακάλυψε την ίδια την ήπειρο.
Αυτό ήταν ο Καζαντζάκης λοιπόν, ο εξερευνητής της ψυχής που άνοιξε καινούργια μονοπάτια για τον άνθρωπο, για να μπορέσει ο άνθρωπος (ο Σωτήρ του Θεού) να μεταβεί σε αυτήν την νέα ήπειρο. Η μελέτη αυτή του Κώστα Αρκουδέα είναι ένα υπέροχο έργο. Με κύριο άξονα τον Καζαντζάκη και το χαμένο Νόμπελ αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, στον Παπαδιαμάντη, στην γενιά του Τριάντα, στον Β' ΠΠ, στον Εμφύλιο, το καθεστώς της 21ης Απριλίου και σε διάφορους νομπελίστες χωρίς ποτέ να φεύγει από τον στόχο του και πάντα να επιστρέφει στο φλέγον ζήτημα: το Νόμπελ. Παράλληλα όμως, φωτίζει και πολλές πτυχές του ίδιου του Καζαντζάκη χωρίς, όπως λέει ο ίδιος, να προσπαθεί να τον αγιοποιήσει. Ένα έργο τιτάνιο θα έλεγα με πολλά αποσπάσματα και κάμποσες πληροφορίες δοσμένες με τέτοιον τρόπο ώστε να μην βαριέσαι ούτε στιγμή.
Όταν αγόρασα αυτό το βιβλίο περίμενα να διαβάσω για τη ζωή και την καριέρα του Καζαντζάκη και τους λόγους που δεν πήρε το Νόμπελ. Στην πραγματικότητα όμως, το βιβλίο αυτό είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη τόσο της Ελληνικής όσο και της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας του 20ου και 21ου αιώνα από την εδραίωση του θεσμού του βραβείου Νόμπελ. Η ροή της αφήγησης πολύ φυσική και αβίαστη που παρ’ όλες τις παρενθέσεις και παρεκβάσεις δεν κουράζει, δεν σου δίνει τη δυνατότητα σαν αναγνώστης να χάσεις το ενδιαφέρον σου. Έμαθα πολλά, πήρα πολλές σημειώσεις και εισηγήσεις για πολλά βιβλία που δεν γνώριζα. Ο τίτλος του βιβλίου ενδεχομένως να είναι κάπως παραπλανητικός αφού το βιβλίο δεν ασχολείται αποκλειστικά με τον Καζαντζάκη ή το Νόμπελ αλλά είναι μια εντρύφηση στα παραπάνω με ένα μόνο μέρος του βιβλίου να ασχολείται αποκλειστικά με τους πολέμιους της υποψηφιότητας του Κρητικού και τις πολιτικές σκοπιμότητες του βραβείου. Εξαιρετικό βιβλίο, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
Βιβλίο το οποίο διάβασα αργά και με πολύ ενδιαφέρον, προσπαθώντας να ρουφήξω κάθε του πληροφορία, ιστορική ή λογοτεχνική αλλά και ύμνος σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς, τον Νίκο Καζαντζάκη που μας παρουσιάζει όσο πιο αντικειμενικά γίνεται. Χαίρομαι που διάβασα αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Μου έμαθε την νεότερη ιστορία από την αρχή, γεγονότα που υπήρχαν σκόρπια στο μυαλό μου συνδέθηκαν και ερμηνεύτηκαν διαφορετικά, με γύρισε πίσω στα σχολικά μου χρόνια και στο μάθημα των Κειμένων της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, μου σύστησε εκ νέου συγγραφείς και ποιητές, Έλληνες και ξένους, γνωστούς ή όχι. Μου γνώρισε καλύτερα τον Νίκο Καζαντζάκη. Ένα βιβλίο που μέσα από το ιστορικό του πλαίσιο προβάλλει όσο πιο ξεκάθαρα μπορεί τις πτυχές του Καζαντζάκη και του έργου του και καταδεικνύει όλα όσα απέτρεψαν την βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Συγχαρητήρια στον κ. Αρκουδέα για την περίφημη έρευνα που έκανε και για τον τρόπο που σύστησε εκ νέου τον Νίκο Καζαντζάκη στο κοινό.
Όπως εξηγεί κι ο Κώστας Αρκουδέας, αν το βιβλίο αυτό έχει ένα κύριο μέλημα, είναι να λειτουργήσει ως αίτημα να αρθεί το «ανάθεμα» από την εκκλησία στον Καζαντζάκη. Όσο κι αν η γραφή του μπορεί να μην ταιριάζει σε όλους, η παρουσία του στα γράμματα είναι τουλάχιστον ηχηρή. Πολυμεταφρασμένος, από τους γνωστότερους έλληνες συγγραφείς στο εξωτερικό, και με έργο που εξακολουθεί να εκδίδεται και στην Ελλάδα ακατάπαυστα, ο Καζαντζάκης δεν παρουσιάζεται εδώ ούτε ως αυθεντία ούτε ως ήρωας. Τα ελαττώματά του τα εκθέτει ο Αρκουδέας, μαζί με το σημαντικό του έργο, και κάνει και κάτι παραπάνω: δίνει ιστορικό πλαίσιο σε έναν θεσμό που ακόμα φαίνεται να λειτουργεί με μυστήριο.
Το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας αριθμεί πολλούς γνωστούς κατόχους, αλλά έχει επίσης στο ενεργητικό του άλλα τόσα ερωτήματα για πολλούς συγγραφείς που δεν το παρέλαβαν –ενώ φαίνεται να πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις. Με αφορμή το παρασκήνιο της περιπέτειας του Καζαντζάκη όσον αφορά τη διεκδίκηση του Νόμπελ, το βιβλίο κάνει μια ιστορική αναδρομή στο θεσμό του βραβείου, αλλά και στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο, τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Πολλά από τα ερωτήματα περί Νόμπελ μένουν αναπάντητα, αλλά είναι κι αυτό κομμάτι της γοητείας του βιβλίου, που δεν παύει να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον –κι επιπλέον πολύ ευκολοδιάβαστο.
Ήταν η πρώτη μου γνωριμία με το συγγραφέα. Παρά την πολύχρονη παρουσία του στο χώρο, δεν είχε τύχει να διαβάσω κάτι δικό του. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα χρονικό απολαυστικό, γνωρίζει στον αναγνώστη όχι μόνο άγνωστες πτυχές του βίου και του έργου του Καζαντζάκη, αλλά αποτελεί και μια εξαιρετική περιήγηση στον κόσμο της ελληνικής - και όχι μόνο- λογοτεχνίας, με τους σημαντικότερους εκπροσώπους της να παρελαύνουν στις σελίδες του. Διαβάζοντάς το δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει το συγγραφέα για το εύρος και το βάθος της λογοτεχνικής γνώσης του, αλλά και να αναρωτηθεί πόση έρευνα απαιτήθηκε για τη συλλογή τόσου όγκου πληροφοριών. Η αυτούσια παράθεση πηγών, αντίθετα με ό,τι φανταζόμουν, κάνει τη διήγηση ακόμη πιο ζωντανή. Ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων που θα ήθελα να ξαναδιαβάσω..."Δεν αγαπώ τον άνθρωπο΄ αγαπώ τη φλόγα που τον τρώει...Ν.Κ."
Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο με πλήθος ανέκδοτων ιστοριών γύρω από τις χρονιές που ο Καζαντάκης θα ήταν υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας: Το χαμένο κοινό βραβείο Ελύτη και Ρίτσου, τις υπονομεύσεις του Μάλλα, οι σχέσεις Καζαντζάκη και Σικελιανού και πολλά άλλα για πλήθος Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.
Προσωπικά δεν με έλκυσε ποτέ ο Καζαντζάκης αλλά ο Αρκουδέας καταφέρνει να δώσει μια συνολική εικόνα με τα στραβά και ιδιαίτερα αυτού του συγγραφέα.
Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο σε ταξιδεύει στην Ελλάδα της εποχής του Καζαντζάκη και περιέχει αναφορές σε όλη τη λογοτεχνική παραγωγή της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, καθώς και αποσπάσματα πολλών έργων, εγκιβωτισμένα στον κορμό της αφήγησης. Είναι το αντίστοιχο των Απαγορευμένων συγγραφέων αλλά για την Ελλάδα, όχι για τον κόσμο! Είναι, επίσης, ένα βιβλίο που θα σε κάνει να θέλεις να διαβάσεις άλλα πόσα μετά από αυτό! Παράλληλα με όλα αυτά, αφηγείται τη ζωή του Καζαντζάκη και το άσχημο παιχνίδι που του έπαιξαν κάποιοι, με αποτέλεσμα να χάσει το Νόμπελ, που τόσο του άξιζε, κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια του!
Απλα υπέροχο χρονικό σε όλες τις προχωπικότητες που μας απασχολούν και σήμερα όλη μερα: Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος, Παλαμάς, Καβάφης έως και Καζαντζάκης, με πινελιές απο ιστορικό, λογοτεχνικό, πολιτικό περιβάλλον της κάθε εποχής. 5 αστέρια και λίγα είναι, κρίμα που δεν είναι γνωστό και διάσημο σε όλους
Η αφήγηση εστιάζει στην οδύσσεια του Καζαντζάκη, που προσπαθεί να κερδίσει το βραβείο Νόμπελ για μια δεκαετία, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει τη σφοδρή αντίσταση του κατεστημένου. Η γραφή του Αρκουδέα είναι ζωντανή και πλούσια σε λεπτομέρειες, δίνοντας ζωή σε ιστορικά γεγονότα και προσωπικές μαρτυρίες. Χρησιμοποιεί μια γλώσσα που συνδυάζει την απλότητα με τη δύναμη των εικόνων. Υπάρχει μια κοιλιά στο κεφάλαιο ταξίδια . Στα πλαίσια του μυθιστορήματος αντλούμε στοιχεία για τον Καζαντζάκη αλλά και πολλές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την Ιστορία της σύγχρονης λογοτεχνίας , με πλήθος ντοκουμέντων: προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία και έγγραφα, προβάλλει και τεκμηριώνει τις σκοπιμότητες, τους ανταγωνισμούς και τον σκοταδισμό που συνέβαλαν στο να μην αποδοθεί, εντέλει, το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Νίκο Καζαντζάκη.
Μια σύντομη μυθιστορηματική αναφορά της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του 20ού αιώνα, με νύξεις στις βασικές ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες αυτή αναπτύχθηκε. Ο παραλληλισμός των ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών γεγονότων με τη ζωή του Καζαντζάκη, τα χωρία λογοτεχνικών κειμένων και οι σύντομες βιογραφικές αναφορές αναδεικνύουν με απλό και κατανοητό τρόπο την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, με κάποιες λίγες κριτικές παρεμβάσεις, να δημιουργήσει ένα συνολικά ευκολοανάγνωστο πόνημα.
Το χαμένο Νόμπελ είναι μια μελέτη της βιογραφίας του κορυφαίου διανοητή Νίκου Καζαντζάκη. Έχει πολλά ιστορικά στοιχεία, παρασκήνια και ίντριγκες. Είναι επίσης μια συνοπτική ανασκόπηση και ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής και ξένης λογοτεχνικής παραγωγής, με πολλά σχόλια και εκλεπτυσμένη κριτική. Ένας φόρος τιμής στον μεγάλο Έλληνα και μια προσπάθεια ηθικής δικαίωσης και αποκατάστασης του ονόματος του από όσους τον πολέμησαν ανελέητα όσο ζούσε.
Ενδιαφέρον ανάγνωσμα για να περάσει η ώρα, ειδικά αν κάποιος θέλει να μάθει πράγματα για την προσωπική ζωή και τις διάφορες αντιπαλότητες μεταξύ των γνωστών μας λογοτεχνών (και ειδικά του Καζαντζάκη). Διαφωτίζει ιδιαίτερα τις μεθόδους που ακολουθεί η Σουηδική Ακαδημία για την επιλογή των βραβευθέντων, οι οποίοι πολλές φορές είναι αρκετά σκιώδεις.
A book full of interesting sources and resources, views and reviews about Kazantzakis and the stories behind the Nobel Prize which he was never awarded.
Εάν ο συγγραφέας δεν έκανε αναφορές για την Ελλάδα της κρίσης, γράφοντας την άποψή του, η οποία δεν ενδιαφέρει σε ένα βιβλίο άσχετο με το θέμα, θα έβαζα 3 αστεράκια.
Ένα πολύ ευχάριστο και εύκολο στην ανάγνωση βιβλίο (με εξαίρεση την παράθεση ποιημάτων) που παρουσιάζει με περιεκτικό τρόπο όχι μόνο την προσπάθεια του Καζαντζάκη για την απόκτηση του Νόμπελ αλλά και τον αγώνα του για επιβίωση απέναντι στην ανέχεια και στον πόλεμο που του έκανε το κατεστημένο της εποχής. Μία ολοκληρωμένη ματιά στον λογοτεχνικό και όχι μόνο κόσμο του 20ου αιώνα στον οποίο έζησε ο συγγραφέας. Αντλεί πληροφορίες από πολλές πηγές και αποτελεί και σημαντική βιογραφική αναφορά. Το μόνο μου παράπονο είναι ότι στη χρονική παρουσίαση των γεγονότων υπάρχει μερικές φορές ένα μικρό μπρος-πίσω που μπορεί να μπερδέψει τον αναγνώστη ως προς τη σειρά εξέλιξης των γεγονότων.