Στην πρώτη ποιητική της συλλογή, η μκχ αφηγείται αστικές ιστορίες για τη μητρόπολη ως εμπόλεμη ζώνη, για τα κορίτσια των μισών ενσήμων, των τσάμπα πτυχίων και των απλήρωτων υπερωριών, για όλες εκείνες «που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα σε φυσικό μπλε», για όλους εκείνους τους ανθρώπους που δεν χωράνε στο google maps. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, διακηρύσσει «πως ποίηση θα γράφουμε μόνο με λέξεις/ καθημερινές», βουτάει στο βίωμα για να μιλήσει για την έμφυλη βία και την άρνηση των έμφυλων ρόλων, για την ανεργία και την επισφάλεια, αλλά και για τις φίλες, που άλλες είναι μυρμήγκια, άλλες τζιτζίκια, άλλες πεταλούδες και άλλες κατσαρίδες που «μόνο/ η αγάπη/ τις βγάζει/ απ’ τους υπονόμους». Στην ποίηση της μκχ το προσωπικό είναι πάντοτε πολιτικό και «το κενό που αφήνουν/ οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν/ ισούται με στάχτη/ δική τους/ ή άλλων πραγμάτων».
«έχεις ακούσει σε ποιο γλωσσικό παρελθόν επιστρέφουμε κάθε που κάτι μας φοβίζει;»
🦀
«και περήφανη νιώθω που γυναίκα δεν έγινα και κορίτσι έμεινα για πάντα»
🦀
μια συλλογή για τις φίλες και τα τάπερ τους, τη γενναιότητα και την ελευθερία, τους φίλους-φίκους, την αγάπη, τους αχινούς-άσκηση επιβίωσης // μια συλλογή-μανιφέστο
τώρα που λείπεις μ' άφησες να παίζω σ' άδεια σκακιέρα μ' αντίπαλο τον εαυτό μου απορώ αν παραβαίνει τους κανόνες που θέλω να ρίξω τη βασίλισσα σε πατ και να 'ρθω να σε βρω
Η ΜΚΧ γράφει ποίηση που μας τρυπάει σαν μαχαίρι, που μας θυμίζει ότι μπορεί όλες να φοβόμαστε τα βράδια τους βιαστές και τα πρωινά τους μπάτσους, αλλά ότι δεν είμαστε μόνες. Μια ποιητική συλλογή γραμμένη μέσα από το βίωμα κι όχι με λέξεις δύσκολες (αυτές τις διαγράφουμε), όχι με φανφάρες και μεταφορές. Γραμμένη από μια εξ ημών, των κοριτσιών (και όχι μόνο) που κάνουμε τα χέρια μας μπουνιές τα βράδια και που κρύβουμε κλειδιά στα δάχτυλα μας. Απίστευτο πώς αλήθεια βάζει στις πιο απλές λέξεις τα πιο δύσκολα και πιο βαριά μας τραύματα, τη σύγχρονη θεωρία φύλου, την πολιτική, τα σώματά μας που έχουν σημασία και που συνέχεια πονάνε.
Μαζί με την Ιβάνοβα, η ΜΚΧ μπαίνει για μένα στην κατηγορία των αγαπημένων μου ποιητριών, που μας αποδεικνύουν τι σημαίνει να έχεις θηλυκή αφήγηση, τι σημαίνει σύγχρονη φεμινιστική ποίηση, τι σημαίνει να διαβάζεις ένα ποίημα και να θέλεις να βγεις στον δρόμο να τα κάψεις όλα! Για μια ακόμα φορά το ΤΕΦΛΟΝ δεν μας απογοητεύει, αλλά αντίθετα μας συμπεριλαμβάνει και μας ενδυναμώνει. (Να διαβάζετε εκδόσεις ΤΕΦΛΟΝ, γράφουν και αγαπημένοι/ες μας εκεί: η ΜΚΧ, η Ιβάνοβα, ο Μαρλένο)
Λοιπόν, όπως λέει και η ΜΚΧ: "Αφήνω στις φίλες μου την ελπίδα για το μέλλον του κόσμου"
This entire review has been hidden because of spoilers.
"και είδες πάλι ξεφεύγω, ενώ θέλω να σου γράψω μονάχα για το ποπ χωρίς κριτική, κουιρ, πολιτική, αλλά δεν είσαι εδώ τώρα που θέλω να σε φιλήσω, γιατί όταν σε φιλαω ολα αυτά δεν υπάρχουν, παρά μονάχα η μαύρη τριάντα στον ώμο σου, και ένα λουνα παρκ, ποπ, πολύ ποπ, με φλουο χρώμα και φωσφοριζέ λαμπιόνια, όπου μονάχα γελάμε, και αγκαλιαζοναστε, χωρίς τύψεις, χωρίς ενοχές, χωρίς τραυματα ξεγνοιαστα ποπ καθαρα"
Σαν άυλο χέρι διαπερνάει το στέρνο και χαϊδεύει παρηγορητικά κομμάτια μας - αρκετά θα πω - που χωρίς τα τσιρότα θα έκαναν τους θώρακές μας κρουστά. Ύστερα κοιμόμαστε ήσυχες. 💜
Δεν ξέρω, νομίζω δεν τα πάω καλά με τη σύγχρονη φόρμα στην ποίηση, δε με συνεπαίρνει. Μάλλον φταίει η ηλικία μου, θέλω λυρισμό και μουσικότητα, να φαντάζομαι πράγματα ή να τα νιώθω. Ο ρεαλισμός δεν είναι ποίηση στα αυτιά μου ακόμα κι αν ταυτίζομαι λιγότερο ή περισσότερο.. Αλλάζουν όμως τα πράγματα, και ίσως η γενιά που τώρα ενηλικιώνεται, αυτά να έχει ανάγκη.
το γυμνό μου ποδι τρυπήθηκε απο αγκάθια- πατημένου - σκαντζόχοιρου για λιγο κοιταχτηκαμε το νεκρό ζώο και εγώ όμως δεν ξέραμε ποιος έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη
Μια φεμινιστική ποιητική συλλογή, επειδή χρειαζόταν! Ποιήματα που μιλούν για τις γυναίκες που φοβούνται να γυρίσουν μόνες σπίτι το βράδυ, που ξυπνούν κάθε μέρα λιγότερες, για τους άντρες που, ακόμα κι όταν θέλουν να βοηθήσουν, δυσκολεύονται ν' αποχωριστούν τα στερεότυπα, ποιήματα για την Αθήνα. . . . στην άκρη του δρόμου . το γυμνό μου πόδι τρυπήθηκε από αγκάθια --πατημένου-- σκαντζόχοιρου (για λίγο κοιταχτήκαμε το νεκρό ζώο και εγώ) όμως δεν ξέραμε ποιος έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη . . . [ή αλλιώς γηπεδικά] . όλες μου οι φίλες γράφουνε βιβλία τις μούσες τις σκοτώσαμε δεν κάναμε κηδεία