1. |
Διαμέρισμά Μας
03:29
|
|||
|
'Εξω απ’ το παράθυρο ο φωταγωγός και στο βάθος η πόλη.
Μωβ σεντόνια.
Κόκκινο και κίτρινο κάλυμμα για το πάπλωμα.
Μια μωβ και μια πιο ανοιχτή μωβ μαξιλαροθήκη.
Οι τοίχοι γύρω μας εκρού.
Το αιρκοντίσιον μονίμως ανοιχτό στους 22.
'Ενα σώμα καλοριφέρ.
Δύο λευκές συρταριέρες.
Μια με χαρτιά της δουλειάς.
Μια με τα ρούχα του μωρού.
Μια μικρή βιβλιοθήκη με τα αγαπημένα μου βιβλία.
Πάνω στη βιβλιοθήκη μια σοκολάτα με μπισκότο
και το περιτύλιγμα μιας σοκολάτας με φουντούκι.
Ακουστικά για κινητό.
Το κινητό μου τηλέφωνο.
'Ενας σκληρός δίσκος.
Ορφανοί σελιδοδείκτες.
'Ενα ποτήρι χωρίς νερό.
'Ενα φωτιστικό καλυμμένο με μαύρο μαντήλι
για να μη βγάζει έντονο φως.
'Ενα λευκό πιάτο με υπολείμματα από τραχανά
πάνω σε ροζ δισκάκι.
Θήκη γυαλιών και καθαριστικό γυαλιών.
Αχρησιμοποίητα ημερολόγια.
Από το 2017, το 2019 και το 2020.
Εσώρουχά μας.
Χωρίς ρούχα.
Κοιμάται δίπλα.
Κρυώνει νομίζω.
Βλέπει όνειρο.
Στο όνειρό της.
|
||||
2. |
Αυστραλία
04:36
|
|||
|
Αυτό που κάποιοι το λένε σήμερα, που άλλοι θα το πούνε χθες
και άλλοι το είπαν σε δέκα χρόνια από τώρα
για μένα είναι κάτι που δεν είδα.
Δεν έγινε για μένα και δεν θα γίνει ποτέ.
Τα σώματα μας. Τα φιλιά μας.
Αυτά που πρέπει να κάνουμε αύριο.
Το εβδομαδιαίο πρόγραμμά μας.
Σβήνεται σιωπηλά με σφουγγαράκι από ένα κατακόκκινο δάχτυλο.
Μου λες σ' αγαπώ άλλα εγώ ακούω μόνο το ανεμιστηράκι του λάπτοπ.
Μου λες σ' αγαπώ ενώ μιλάω με τη φίλη μου που μιλάει μέσα απ’ το χώμα.
Θέλουνε πόλεμο; Θα τον έχουν.
Σκοτώνεται ένας αστυνομικός και η μαμάκα του κλαίει.
Δε με νοιάζει. Δεν είμαι άνθρωπος.
Ή μάλλον είμαι άνθρωπος πολύ.
Για αυτό και δε με νοιάζει. Δε με νοιάζει τίποτα.
Μόνο να μην πέσουν οι τίτλοι τέλους στην δικιά μας ζωή.
Για αυτό και πάντα μου αρέσαν οι ταινίες που δεν έχουν πλοκή.
'Ισως τελικά να είχες δίκιο και να ήταν καλύτερο
να μην είχαμε γεννήσει ποτέ το πλάσμα που θα έσωζε τον κόσμο.
Τα ζώα που φάγαμε ξαναγεννιούνται μέσα στα στομάχια μας.
Δεν υπάρχουν πια πατέρες και μητέρες.
'Ελα να κλάψουμε μαζί
για τους δικούς μας πατέρες
και για τις δικές μας μητέρες.
Ναι, σήμερα σε δικαιολογώ
αν θες να βγεις και να μαχαιρώσεις κάποιον
που θέλει να σου πει πως πρέπει να ζήσεις.
Από τα μεγάφωνα της Αθήνας ακούγεται το πρώτο sample
που χρησιμοποιήθηκε στο χιπ χοπ.
Εκβιαστικό. Εκτυφλωτικό.
Εμείς λέμε σ' αγαπώ.
Εμείς λέμε σ' αγαπώ ακόμα και στα παπούτσια, στα πόμολα.
Εμείς λέμε σ' αγαπώ γιατί δεν έμεινε τι άλλο να πούμε.
Τα είπαμε όλα στο τηλεφώνημα που μας τέλειωσε τις μονάδες.
Τα μάτια μας φίλησαν.
Το σώμα μας μπερδεύτηκε μέσα σε ένα ζυμάρι φιλιών.
Θυμάμαι τη μάνα μου. Θυμάμαι τη φίλη μου.
Θυμάμαι τα παιδιά που παίξαμε μαζί μουσική.
Αν δεν υπήρχαν τα καλώδια δε θα είχαμε πει ποτέ
ο ένας στον άλλο πόσο φοβόμαστε τη ζωή.
Αν δεν υπήρχαν τα καλώδια θα είχαμε ζήσει ακόμα πιο βαθιά μέσα στη Γη.
Και έχω σταματήσει να με αγγίζω.
Αγγίζω μόνο εσένα. Τώρα αγγίζω μόνο εσένα.
Μόνοι μας θα παλέψουμε για να αλλάξουμε τις συγχορδίες
και να φτάσουμε επιτέλους σε ένα ρεφραίν.
'Ελα να κλείσουμε τα μάτια μας
και να ονειρευτούμε ότι είμαστε στην Αυστραλία.
Η μπύρα έχει ζεσταθεί.
Ακούμε Triffids από mp3.
|
||||
3. |
Η Αγάπη Και Ο Καπνός
04:57
|
|||
4. |
Λυκαβηττός
03:37
|
|||
5. |
ΣΖ Συγνώμη
02:46
|
|||
|
Ζητάμε συγνώμη.
Σήμερα ζητάμε συγνώμη.
Παλεύουμε για να ξανακάνουμε
πράσινα τα φύλλα των δεντρων
στο άλσος Ιλισίων.
Παλεύουμε για να κρατήσουμε
κόκκινα τα χείλη των ανθρώπων
στο νεκροτομείο στο Γουδί.
Ανεβαίνουμε στο πιο ψηλό σημείο
αυτής της πόλης,
στον Λυκαβηττό.
Σπρώχνουμε τις λέξεις στο κενό.
Γκελάρουν στις στέγες των νεοκλασικών.
Θρυμματίζουν θερμοσίφωνες.
Τσακίζουν κεραίες τηλεοράσεων.
Και εμείς...
με δάκρυα στα μάτια παρακαλούμε
να κόψουν άτσαλα τους σβέρκους των περαστικών.
Υποστηρίζουμε ενα μίσος
πλεξούδα με καύλα
πλεξούδα με λαιμαργία.
Σήμερα ζητάμε συγνώμη.
Σάλιο η συγνώμη μας.
Χλέπα στην οδό Παλιγγενεσίας.
Δεν έχουμε σκοπό να κάνουμε τίποτα σημαντικό.
Ούτε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.
Ούτε μανούλα μου να σταματήσουμε τον πόλεμο.
Δεν θέλουμε να βοηθήσουμε.
Το προτιμούμε έτσι.
Όμορφες βόλτες να πηγαίνουμε.
Όμορφες ταινίες στο σινεμά να βλέπουμε.
Χωρίς χρώμα εμείς.
Το προτιμούμε ετσι.
Σήμερα ζητάμε συγνώμη.
Ανεβαίνουμε στο πιο ψηλό σημείο
αυτής της πόλης,
στον Λυκαβηττό.
Αυτοκίνητο χωρίς οδηγό.
Ξύλινο ταξί φέρετρο.
Μια φωνή μετράει ανάποδα.
122...121...
Ακούμε χώμα να πέφτει σε ξυλο.
Ερημιά για πάντα στη χώρα.
Το ταξί στρίβει στην Ιουλιανού.
Μόλις η φωνή λεει 100
βγάζουμε από ενα τοσοδά κουτάκι την συγνώμη μας.
Την απελευθερώνουμε απο το σελοφάν.
69...68...
Σταμάτησαμε να κλειδώνουμε τις πορτες.
Όχι επειδή δεν φοβόμαστε...
αλλά θέλουμε αυτό που μας ψάχνει να μη δυσκολευτεί να μας βρει.
36...35
Σταματάει η ανάγκη.
Οι άνθρωποι που είχαν ανάγκη λίγα χρήματα
πια δεν έχουν ανάγκη από λίγα χρήματα.
Οι άνθρωποι που είχαν ανάγκη μια αγκαλιά
δεν έχουν ανάγκη πια μια αγκαλιά.
15...14
Η φωνή κατηφορίζει τους αριθμούς.
Η στιγμή κατοπτρίζει τους ανθρώπους.
3...2...1
'Ενα πόδι σπάει το κράσπεδο
στην συμβολή των οδών
Κερασούντως και Παπαδιαμαντοπούλου.
'Εξω απ’το παράθυρο ένα λιβάδι με μαργαρίτες και στο βάθος το ποτάμι της.
|
||||
6. |
Το Ποτάμι Της
08:41
|
|||
|
Τα σπίτια μας κλειστά και το κλειδί χαμένο.
Ακούω γάβγισμα. Κλαδί που ραγίζει.
Το χέρι σου με αφήνει. Φλόγα που τρεμοσβήνει.
Να μην αδικώ και να μην ενοχλώ.
Όσοι έχετε ζεστά χέρια μπορείτε να είστε σίγουροι ότι είστε ζωντανοί.
Μα απ’ όλους εμάς τώρα που καθόμαστε αμίλητοι στο βαγόνι
κάποιος σκέφτεται το χώμα και κάποιος το νερό.
Τη δεκαετία που μας πέρασε νιώθω ότι μας έσωζε πάντα το καλοκαίρι.
Είχαμε όμορφα πρόσωπα και ας μη μας φαίνεται πια
τώρα που οι χορδές του πιάνου τυλίγονται σφιχτά γύρω απ’ τα κόκκαλα μας.
Από την Δραπετσώνα μέχρι την Ραφήνα
απλώνεται ένα σύννεφο και θα βρέξει μαύρο αίμα.
Δε με πειράζει όταν με φωνάζετε μπούμερ στον δρόμο.
Με πειράζει όταν δεν πεθαίνετε με βασανιστικό τρόπο.
Τελειώνει η μπομπίνα του φιλμ.
Κλείνουν οι αίθουσες των κινηματογράφων και γίνονται υπουργεία,
γήπεδα μίνι γκολφ, εκκλησίες νέων θρησκειών.
Και εγώ γέρνω στην βουκαμβίλια
ή στην κολώνα της ΔΕΗ
ή στο στήθος της μάνας μου
και χρησιμοποιώ μόνο φράσεις που χρησιμοποιούσαν οι ασπρόμαυροι.
Χορεύω λίγο, μιλάω λίγο, από παρέες λίγο.
Πηγαίνω κινηματογράφο στ’ αμερικάνικα.
Οικογένεια θα πει αυτό που δεν ολοκληρώνεται
και η ευτυχία είμαι σίγουρος ότι δεν βρίσκεται στην Αθήνα.
Όχι μόνο για μένα άλλα και για κανέναν.
Την επόμενη Κυριακή το μεσημέρι γύρω στις 12 και μισή.
Ελάτε να μαζευτούμε στο πιο ψηλό σημείο της Αθήνας, στον Λυκαβηττό.
Εμείς που φοβόμαστε ότι θα πεθάνουν οι γονείς μας.
Η Τέτη και η Κατερίνα είναι εκεί.
Η Κλειώ και η Μαρία.
Η Λουκία και η Ελευθερία.
Βλέπω την φίλη μου στον ουρανό.
Κάποτε η οδός Πανεπιστημίου ήτανε ποτάμι και έφτανε μέχρι την Ινδία.
Στις όχθες του Γάγγη έμενε μια οικογένεια.
Με πέντε κορίτσια και ένα αγόρι μικρό.
Το έτος ήταν 1951.
Και αν ζούσες τότε δεν θα το έβλεπες ασπρόμαυρο.
Και αν ήταν ταινία θα είχε την αφήγηση μικρού κοριτσιού.
Και αν οι ζωές μας ήταν στίχοι θα δίναν χάδια και δεν θα δίναν συμβουλές.
Δεν την ξαναείδα. Και μεγάλωσα.
Νόμιζα ότι μεγάλωσα ελεύθερος άλλα βλέπω να προεξέχουν δεσμά
και απ’ τους δικούς μου αστραγάλους.
Και αναρωτιέμαι αν είναι ακόμα όμορφη
ή αν αυτή η χώρα της έκλεψε την ομορφιά
όπως συνηθίζει να κάνει στα πιο όμορφα παιδιά της.
Μέσα μου θα θελα να χει ξεφύγει όπως θα θελα να ξεφύγω και εγώ...
άλλα το ξέρω πια ότι δεν γίνεται...αυτό...απλά δεν γίνεται.
Ιουλία Σταυρίδου. Ειρήνη Ιγγλέση. Αννέζα Παπαδοπούλου.
Ονόματα και επώνυμα φίλων.
Πόσα ονόματα θυμάσαι εσύ;
Υπάρχει ακόμα το νησί που πηγαίνατε μαζί διακοπές;
Υπάρχει το πηγάδι που σκαρώνατε ευχές;
Υπάρχει ακόμα η Αθήνα;
Υπάρχει ακόμα το ποτάμι της;
|
||||
7. |
Καθόλου Ρεαλισμός
04:46
|
|||
If you like The Boy, you may also like: