Ένα σαρωτικό μυθιστόρημα που μιλά για την ασίγαστη ανάγκη να υπερασπίζεται κανείς το «καλό» πριν το κακό υπερισχύσει ξανά και πέσει πάλι η νύχτα.
Από την Αθήνα στον μεγάλο κάμπο της Λάρισας και τα δάση της Χαλκιδικής, οι ήρωες κινούνται στο σήμερα, κουβαλώντας το παρελθόν τους. Μια οικογενειακή σάγκα, μια ιστορία ενηλικίωσης, μια σχεδόν αστυνομική ιστορία, μαζί με έρωτες και θανάτους, συμπλέκονται και δημιουργούν ένα σύμπαν άλλοτε ζηλευτό και άλλοτε ζοφερό. Ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα, καθώς πέρα από την έκτασή του φλερτάρει και αξιοποιεί πολλά λογοτεχνικά είδη. Με άλλα λόγια μιλά για την ασίγαστη ανάγκη να υπερασπίζεται κανείς το καλό πριν το κακό υπερισχύσει και πέσει πάλι η νύχτα.
Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970 και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Εργάστηκε στην τηλεόραση, στη διαφήμιση και στον κινηματογράφο. Διηύθυνε την πολιτιστική έκδοση "Highlights". Το θεατρικό έργο του "Μια εξαιρετικά απλή δουλειά" περιλήφθηκε στην Ευρωπαϊκή Ανθολογία Θεάτρου. Κείμενά του καθώς και άρθρα για θέματα πολιτισμού και σύγχρονης τέχνης έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του συγγραφέα είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, με μια πληθώρα χαρακτήρων που ενώ αρχικά νομίζεις ότι διαδραματίζεται στο θεσσαλικό κάμπο, οι ήρωες του βρίσκονται από εκεί μέχρι την Πελοπόννησο, τη Χαλκιδική και την Αλβανία. Οι ήρωες, πέραν του Λευτέρη και της κόρης του, μοιάζουν να μη συνδέονται μεταξύ τους αρχικά, αλλά όλα αυτά αλλάζουν στην πορεία. Το πρώτο μέρος μας τους γνωρίζει, κι ο συγγραφέας επιμένει στις λεπτομέρειες που αργότερα θα φανούν χρήσιμες.
Όπως αντιλαμβάνεστε, πρόκειται για ένα ψηφιδωτό παράλληλων ιστοριών, μέσω των οποίων ο συγγραφέας θιγεί και σύγχρονα κοινωνικά θέματα, όπως η οικολογική συνείδηση κι οι πλημμύρες του κάμπου, το εκπαιδευτικό σύστημα κι η έλλειψη ιστορικής γνώσης.
Ενα ανάγνωσμα που θέλει τον χρόνο του αναγνώστη και στο οποίο θα εκτιμηθεί περισσότερο η χρήση της γλώσσας από την πένα του συγγραφέα!
Το νέο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, είναι μια ευρεία οικογενειακή τοιχογραφία με κέντρο τον θεσσαλικό κάμπο.Οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στην Αθήνα,τη Μακεδονία κ άλλες γωνιές της Ελλάδας,κουβαλώντας ο καθένας τη δική του ιστορία,ώσπου οι διαδρομές τους συγκλίνουν αναπόφευκτα στην πατρογονική εστία.
Ο μεγαλοκτηματίας πατέρας,η φιλόδοξη μητέρα, η ακτιβίστρια κόρη,ο αθλητικός γιος,τα ξαδέλφια κ οι εργαζόμενοι στην οικογενειακή επιχείρηση συνθέτουν ένα μωσαϊκό χαρακτήρων που αντικατοπτρίζει,με μικρές κ μεγάλες ιστορίες,τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.Θίγονται θέματα όπως η μετανάστευση,η πράσινη ενέργεια κ η πολιτική διαφθορά,αν και ο συγγραφέας επιλέγει να τα αγγίξει επιφανειακά, χωρίς να εισχωρεί σε βαθύτερη ανάλυση.
Ο λόγος του τεχνικά άρτιος κ μεταδοτικός,αν κ σε ορισμένα σημεία πλατειάζει ώστε να δημιουργείται η αίσθηση πως το βιβλίο γράφτηκε με το βλέμμα στραμμένο στην τηλεοπτική μεταφορά.Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από το απότομο τέλος,που αφήνει τον αναγνώστη με την αίσθηση ενός ημιτελούς φινάλε.
Με έκταση 720 σελίδων,το έργο θα κέρδιζε σε καθαρότητα αν ήταν χωρισμένο σε κεφάλαια,καθώς ο αναγνώστης συχνά χρειάζεται αρκετές σελίδες για να καταλάβει ποιος μιλάει. Οι άφθονες ερωτικές σκηνές κ η έντονη ρεαλιστικότητα περισσότερο ξενίζουν παρά προσθέτουν,θυμίζοντας μια λογοτεχνική τάση των δεκαετιών του ’70 κ ’80,τότε που η απελευθέρωση μετά τη δικτατορία κ η άνθηση της εκδοτικής παραγωγής έφερναν μαζί τους κ μια ανάγκη εντυπωσιασμού.
Τελευταία βλέπουμε αρκετά έργα να μοιάζουν να γράφονται εξαρχής για την τηλεόραση, αυτό όσο κ αν έχει τη γοητεία του, κουράζει όσους αναζητούμε τη λογοτεχνία για την εσωτερική της δύναμη κ όχι για το τηλεοπτικό της αντίκρισμα. Η συνταγή μοιάζει γνώριμη,απλώνουμε το κείμενο σαν τραχανά, ρίχνουμε μέσα λίγα θέματα επικαιρότητας τόσο όσο να μη θίγονται οι «υπεύθυνοι παραγωγής»,προσθέτουμε κάποιες ερωτικές σκηνές, ένα μικρό έγκλημα κ voilà η επιτυχημένη σειρά 3 σεζόν είναι έτοιμη... Κι όμως, αν το βιβλίο είχε τη μισή έκταση, θα μπορούσε να σταθεί ως ένα από τα πιο δυνατά μυθιστορήματα της εποχής μας.Κλείνοντας, μια μικρή προειδοποίηση προς όσους κάνουν δίαιτα γιατί το βιβλίο βρίθει από τραπέζια,φαγητά κ ποτά κάθε 5 σελίδες😜
3 1/2* Από τότε που γνώρισα τον Τζαμιώτη μέσα από το πολύ καλό 'Η πόλη και η σιωπή', πάντοτε τον αναζητώ και σπάνια με απογοητεύει. Το παρόν, ογκώδες και πιο πρόσφατο έργο του είναι πολύ καλό και θα ήταν σχεδόν αριστουργηματικό αν έλειπαν τα κεφάλαια με τη κόρη του Λευτέρη, Άζια (δεκτός ο περιβαλλοντικός προβληματισμός, αλλά οι χαρακτήρες είναι μη πραγματικοί) και αν τελείωνε με τρόπο πιο ολοκληρωμένο, σου δίνει την εντύπωση 'αρκετές σελίδες μαζεύτηκαν, το κλείνουμε..' "Ήξερε πόσο προβλέψιμοι γίνονται οι άνθρωποι όποτε έμπαιναν στη μέση τα λεφτά. Κανείς δεν εξαιρείται από τον κανόνα όταν το ζήτημα είναι τα λεφτά. Όλοι θέλουν περισσότερα και κάνουν τα πάντα για να τα αποκτήσουν." "Σε εκείνα τα μέρη οι περισσότεροι άντρες μετά τα τριάντα, τριανταπέντε τους, έδειχναν σχεδόν απαράδεκτοι, έτσι συντονισμένα όπως βαραιναν, έχαναν τα μαλλιά τους, μιλούσαν, σκέφτονταν και φέρονταν, αποκτώντας μέρα με τη μέρα εκείνο το πανομοιότυπο βλέμμα απάθειας που χαρακτηρίζει κάθε ικανοποιημένο με τον εαυτό του άτομο, έπρεπε να είσαι πολύ προσεκτικός μαζί τους αν δεν ήσουν όμοιός τους και τολμούσε να τους δείξεις ποιοι πραγματικά είναι." "Όπως ο πλούτος, έτσι και η φτώχεια φωνάζει από μακριά δεν μασκαρεύεται με τίποτα." "Οι νεκροί δεν είναι πιο αθώοι από τους ζωντανούς, το μόνο ελαφρυντικό τους είναι πως ότι κακό μπορούσαν να κάνουν το έκαναν, σε αντίθεση με τους ζωντανούς που θεωρούν δικαίωμά τους να συνεχίσουν τη δουλειά μέχρι να μη μείνει τίποτα να αφανήσουν οι επόμενοι." "Είχε χάσει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους, δεν επέτρεπε πλέον στον εαυτό του να παριστάνει πώς αγαπά όλη την ανθρωπότητα μόνο και μόνο επειδή αποτελούνταν από ανθρώπους, ανεξάρτητα τι ήταν ο καθένας από αυτούς." "Ίσως έτσι να συνέβαινε με όλους τους νεκρούς. Αποκομμένοι πια από τη συνείδησή τους, ελεύθεροι από τον τρόπο που ήθελαν να δείχνουν όσο ήταν ζωντανοί, οι νεκροί μπορεί να αποκτούσαν επιτέλους την πραγματική τους όψη. Έδειχναν όπως πραγματικά ήταν."
Ίσως ο θεσσαλικός κάμπος να είναι το κατάλληλο σκηνικό για να γυρίσουν οι αδερφοί Κοέν μια ταινία στη χώρα μας. Αυτο σκεφτόμουν συχνά πυκνά όσο διάβαζα το "Θα πέσει η νύχτα". Αν ψάχνουν, πάντως, σεναριογράφο, δεν θα κουραστούν να τον βρουν: ο Τζαμιώτης είναι ο άνθρωπός τους.
Είχα ένα θετικό feeling για το βιβλίο πριν το διαβάσω-και λόγω του συγγραφέα και του εξώφυλλου που έχει φωτογραφία του Τάκη Τλούπα-, και δεν απογοητεύτηκα. Ψηφίδες οικείων ανθρώπων συνθέτουν ένα τραχύ, σύγχρονο μωσαϊκό στον πυρήνα, στο κέντρο της χώρας.
Προς το τέλος, το βιβλίο πήρε μια κατεύθυνση που δεν με ενθουσίασε, χωρίς αυτό να με "χαλάσει" ιδιαιτερα. Όπως και να 'χει, αυτό το βιβλίο (ελπίζω ότι) θα συζητιέται σημερα και στο μέλλον. Το αξίζει.
ένα πολύ μεγάλο ( κυριολεκτικά και μεταφορικά ) μυθιστόρημα. Στα πρότυπα μυθιστορημάτων του Jonathan Franzen, Paul Auster ή της Hanya Yanagihara ως προς τις χειρουργικές τομές στην ψυχοσύνθεση χαρακτήρων, με ταυτόχρονη κοινωνική κριτική του σύγχρονου προσώπου της χώρας. Με πλοκή που στο τέλος θυμίζει Fargo. Ένα βιβλίο που έχει πολλά να πει και τα λέει χωρίς κραυγές. Η ελληνική λογοτεχνία στα καλύτερά της.